Ελληνική Ωτορινολαρυγγολογία
Τριμηνιαία Έκδοση της:
  • Πανελλήνιας Εταιρείας Ωτορινολαρυγγολογίας Χειρουργικής Κεφαλής & Τραχήλου
  • Εταιρείας Ωτορινολαρυγγολογίας Χειρουργικής Κεφαλής & Τραχήλου των Αθηνών
  • ΩΡΛ Εταιρείας Βορείου Ελλάδας
  • Πανελλήνιας Ιατρικής Εταιρείας Ωτολογίας-Ακοολογίας-Νευροωτολογίας
Ελληνικά | English

Βατράχιο τραχήλου: Μια σπάνια περίπτωση

ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Εισαγωγή: Το βατράχιο αποτελεί κυστικό σχηµατισµό µε λεπτό τοίχωµα, που προβάλλει συνήθως στο έδαφος του στόµατος. Πρόκειται για ανώδυνη διόγκωση, µαλακής συστάσεως, υποκύανου χρώµατος, που βρίσκεται συνήθως δίπλα στο χαλινό της γλώσσας. Στο βατράχιο τραχήλου η διόγκωση εντοπίζεται στον τράχηλο και λιγότερο ή καθόλου στο έδαφος του στόµατος. Βιβλιογραφικά περιγράφονται διάφοροι µηχανισµοί δηµιουργίας του.
Περιγραφή περιστατικού: Ασθενής ετών 26 προσήλθε λόγω διόγκωσης δεξιάς υπογναθίου χώρας από διετίας. Πρόκειται για διόγκωση µαλακή, ευπίεστη, ανώδυνη, µε αυξοµειώσεις στο µέγεθος. Στη CT τραχήλου διαφαίνεται κυστική αλλοίωση µέγιστης διαµέτρου 17 χιλιοστών, έµπροσθεν του δεξιού υπογνάθιου αδένα και υποκείµενης του µυώδους πλατύσµατος. Ο ασθενής υπεβλήθη σε χειρουργική αφαίρεση του µορφώµατος. Στην ιστολογική έκθεση περιγράφεται κυστικό µόρφωµα διαστάσεων 4x2x1 εκατοστά, µε τοίχωµα από ινώδη συνδετικό ιστό. Υποεπιθηλιακά αναγνωρίζονται φλεγµονώδεις διηθήσεις από λεµφοκύτταρα, πλασµατοκύτταρα και άφθονα αφρώδη ιστιοκύτταρα, ενώ στον ινολιπώδη ιστό πέριξ της κύστης παρατηρούνται οροβλεννώδεις αδένες, ευρήµατα που επιβεβαιώνουν τη διάγνωση.
Συµπέρασµα: Οι περιπτώσεις βατραχίου στον τράχηλο είναι αρκετά σπάνιες και είναι σηµαντική η διαφορική τους διάγνωση από άλλες καλοήθεις και κακοήθεις τραχηλικές διογκώσεις. Η κλινική εξέταση, ο απεικονιστικός έλεγχος και η κυτταρολογική εξέταση θα θέσουν την υποψία ύπαρξης τραχηλικού βατραχίου, ενώ η ιστολογική εξέταση θα επιβεβαιώσει τη διάγνωση.
Λέξεις κλειδιά: Τραχηλικό βατράχιο, καταδυόµενο βατράχιο, σιαλογόνοι αδένες, τραχηλικές διογκώσεις.

ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Ο όρος βατράχιο (ranula) προέρχεται από τη λατινική λέξη “rana” που σηµαίνει βάτραχος. Το βατράχιο τυπικά εκδηλώνεται ως ανώδυνη διόγκωση, µαλακής συστάσεως και υποκύανου χρώµατος που εντοπίζεται συνήθως στο έδαφος του στόµατος, δίπλα στο χαλινό της γλώσσας. Σχηµατίζεται µετά από απόφραξη του εκφορητικού πόρου του υπογναθίου, του υπογλωσσίου ή από ελάσσονες σιαλογόνους αδένες.1-4 Συνήθως είναι τραυµατικής αιτιολογίας. Ένας δεύτερος τύπος βατραχίου εκδηλώνεται ως διόγκωση στην περιοχή του τραχήλου και συγκεκριµένα στην υπογενείδιο ή την υπογνάθιο χώρα, η οποία µπορεί να συνδυάζεται µε παθολογική προβολή εντός του εδάφους του στόµατος και αποκαλείται τραχηλικό ή καταδυόµενο βατράχιο (cervical/ plunging ranula).4 Το βατράχιο αποτελεί κυστικό σχηµατισµό µε λεπτό τοίχωµα, που σύµφωνα µε πολλούς συγγραφείς φέρει τα χαρακτηριστικά ψευδοκύστης. Το τραχηλικό βατράχιο εντοπίζεται σε ποσοστό µικρότερο του 10% των περιπτώσεων.5

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΟΥ
Ασθενής ετών 26 προσήλθε προς διερεύνηση διόγκωσης δεξιάς υπογναθίου χώρας εµφανιζόµενης από διετίας (Εικ. 1). Πρόκειται για διόγκωση µαλακή, ευπίεστη, ανώδυνη, η οποία παρουσίαζε αυξοµειώσεις στο µέγεθος, χωρίς κάποια χαρακτηριστική προβολή στο έδαφος του στόµατος. Στον απεικονιστικό έλεγχο µε CT τραχήλου διαπιστώνεται η παρουσία κυστικής αλλοίωσης µέγιστης διαµέτρου 17 χιλιοστών, έµπροσθεν του δεξιού υπογνάθιου αδένα και υποκείµενης του µυώδους πλατύσµατος (Εικ. 2).
Ο ασθενής υπεβλήθη σε χειρουργική αφαίρεση του µορφώµατος µε τραχηλική προσπέλαση υπό γενική αναισθησία. Στην ιστολογική έκθεση περιγράφεται κυστικό µόρφωµα διαστάσεων 4x2x1 εκατοστών, µε τοίχωµα από ινώδη συνδετικό ιστό, υποεπιθηλιακά παρουσία φλεγµονωδών διηθήσεων από λεµφοκύτταρα, πλασµατοκύτταρα και άφθονα αφρώδη ιστιοκύτταρα, ενώ πέριξ της κύστης παρατηρούνται οροβλεννώδεις αδένες (Εικ. 3). Στη βιοχηµική ανάλυση του περιεχοµένου της κύστεως ανευρίσκονται αυξηµένα επίπεδα αµυλάσης και ολικών λευκωµάτων, ευρήµατα που επιβεβαιώνουν τη διάγνωση του βατραχίου. Σε follow up ενός έτους, ο ασθενής δεν παρουσίασε υποτροπή.

ΣΥΖΗΤΗΣΗ
Οι περιπτώσεις τραχηλικού βατραχίου είναι αρκετά σπάνιες και είναι αναγκαία η διαφορική τους διάγνωση από άλλες τραχηλικές διογκώσεις όπως: βραγχιακή κύστη, κύστη θυρεογλωσσικού πόρου, κύστη θυρεοειδούς αδένα, δερµοειδής κύστη, επιδερµοειδής κύστη, κυστικό ύγρωµα, λαρυγγοκήλη, αρτηριοφλεβώδης δυσπλασία, απόστηµα, λεµφαδενοπάθεια, όγκος κ.ά.1-4 Η διάγνωση καθίσταται δύσκολη όταν το τραχηλικό βατράχιο δεν προβάλλει στο έδαφος του στόµατος.3,6 Η πλήρης κλινική εξέταση, ο απεικονιστικός έλεγχος µε CT, MRI, σιαλογραφία και υπερηχογράφηµα, καθώς και η κυτταρολογική εξέταση θα θέσουν την υποψία ύπαρξης τραχηλικού βατραχίου, ενώ η ιστολογική εξέταση και η βιοχηµική ανάλυση του περιεχοµένου θα επιβεβαιώσουν τη διάγνωση.1-4,7
Έχουν αναφερθεί διάφοροι µηχανισµοί δηµιουργίας καταδυόµενου βατραχίου: α. Προβολή του υπογλώσσιου αδένα µέσω του ωµοϋοειδούς µυός ή έκτοπη θέση του αδένα στην τραχηλική επιφάνεια του µυός. β. Έλλειµµα ή χάσµα των ινών του ωµοϋοειδούς µυός, µέσω του οποίου η βλέννη σχηµατίζει ψευδοκύστη στην υπογνάθιο χώρα. γ. 45% των περιπτώσεων οφείλεται σε ιατρογενή τραυµατισµό κατά τη διάρκεια επέµβασης στους σιαλογόνους αδένες. δ. Επικοινωνία µεταξύ υπογλώσσιου και υπογνάθιου αδένα.4,7 Η θεραπεία συνίσταται στη χειρουργική αφαίρεση της βλάβης µόνης ή µε τους συµµετέχοντες στην παθογένεση σιαλογόνους αδένες. Η τεχνική της µαρσιποποίησης αποτελεί µία εναλλακτική µέθοδο σε περίπτωση αδυναµίας εξαίρεσης.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Στη διαφορική διάγνωση των τραχηλικών διογκώσεων θα πρέπει να περιλαµβάνεται πάντοτε το καταδυόµενο βατράχιο. Η περισσότερο επικρατής θεωρία όσον αφορά τον παθογενετικό µηχανισµό του αφορά την παρουσία χάσµατος µεταξύ των ινών του ωµοϋοειδούς µυός και τον τραυµατισµό κατά τη διάρκεια χειρισµών στο έδαφος του στόµατος ή την περιοχή του τραχήλου. Η θεραπευτική αντιµετώπιση, που συνίσταται στη χειρουργική εξαίρεση, θα πρέπει να σχεδιάζεται µε βάση τον παθογενετικό µηχανισµό του βατραχίου, προκειµένου να αποφεύγονται τυχόν υποτροπές.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
1. Γκάγκαρη Ε. Συνήθεις βλάβες του στοµατικού βλεννογόνου. Ιn: Αθανασιάδης- Σισµάνης Α, εκδ. Ωτορινολαρυγγολογία Χειρουργική Κεφαλής και Τραχήλου, Τόµ. 2, 1η εκδ. Αθήνα, Εκδόσεις Παρισιάνου, 2010:391-408.
2. Van den Akker HP, Bays RA, Becker AE. Plunging or cervical ranula. Review of the literature and report of 4 cases. J Maxillofac Surg 1978;6:286-93.
3. Visscher JGAM, Wal KGH, Vogel PL. The plunging ranula. J Craniofac Surg 1989:17:182-5.
4. Mizuno A, Yamaguchi K. The plunging ranula. Int J Oral Maxillofac Surg 1993:22:113-5.
5. Pouzoulet P, Collet C, Foletti JM, Guyot L, Chossegros C. Plunging ranula. Review. Rev Stomatol Chir Maxillofac Chir Orale 2016;117:84-8.
6. Flaitz CM, James WD. Mucocele and ranula workup. Medscape, availabe at http://emedicine.medscape.com/article/1076717-workup
7. Yuan-Shin Butt F. Benign diseases of the Salivary Glands. In: Lalwani AK, ed. Current Diagnosis and Treatment in Otolaryngology Head and Neck Surgery, 3rd ed., New York, McGraw-Hill Education, 2011:317-332

Συνημμένο αρχείο:: WRL37-4_241-243_Papitsi.pdf (512.63 KBytes)